Παρασκευή, 29 Απριλίου 2005

KRAFTWERK (Μέρος 2ο)

by lkrory21
ΤΗΕ KRAFTWERK (Μέρος 2ο)

Δημιουργία των Kraftwerk/­ Βιογραφικά στοιχεία­/ Δισκογραφία

Τα ιδρυτικά μέλη των Kraftwerk, ο Ralf Hutter και ο Florian Schneider συναντήθηκαν για πρώτη φορά στα τέλη της Δεκαετίας του ’60 στο ωδείο του Dusseldorf. Το 1968 σχημάτισαν το συγκρότημα Organisation. Στην αρχική του σύνθεση περιλαμβάνονταν και δύο μουσικοί που έπειτα ίδρυσαν το πολύ σημαντικό συγκρότημα της «Krautrock σκηνής», Neu!. Στα πλαίσια του κλίματος της εποχής, που αναλύσαμε παραπάνω πολλοί σπουδαστές μουσικής αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως performer που έκανα μια κατάθεση τέχνης μέσω της μουσικής τους. Έτσι και οι Organisation πήραν μέρος σε πολλές performances σε γκαλερί , πανεπιστήμια ή άλλους χώρους. Το 1970 κυκλοφόρησαν το άλμπουμ “Tone Float” με τον Ralf Hutter στο όργανο και τον Florian Schneider στο βιολί και το φλάουτο. Το LP χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα percussion και bass drum μοτίβα, «επενδεδυμένα» με κιθάρα, φλάουτο, βιολί και όργανο. Η μουσική είναι σίγουρα έντονα επηρεασμένη από τη δεκαετία του ’60. Το άλμπουμ «Tone Float» ήταν η τελευταία φορά που ο Ralf Hutter και ο Florian Schneider στηρίχθηκαν απόλυτα στην ελεύθερη έκφραση και τον αυτοσχεδιασμό, αφού σε μια δημοκρατική πενταμελή μπάντα ήταν δύσκολο να εφαρμόσουν την αυστηρή και πειθαρχημένη προσέγγιση στη μουσική, που χαρακτήρισε αργότερα τους Krafrwerk. Ο ήχος, λοιπόν, είναι πολύ διαφορετικός από τον μετέπειτα ήχο των Kraftwerk και οποιαδήποτε σύγκριση είναι αδόκιμη . Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εξώφυλλο του LP που απεικονίζει ένα ψευδο-μυθολογικό πλάσμα με εικαστικές επιρροές από το γερμανικό εξπρεσιoνισμό (του «κύκλου του Γαλάζιου Καβαλάρη») και τον φουτουρισμό Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε (μόνο στην Δυτική Γερμανία) το album των Organisation, δηλαδή το 1970, ο Florian Schneider και ο Ralf Hutter αποχώρησαν από το σχήμα και σχημάτισαν τους Kraftwerk (power plant/ power station/ σταθμός ενέργειας) που αρχικά ήταν ντουέτο. Το 1970 επίσης, αμέσως μόλις δημιουργήθηκαν, έφτιαξαν το δικό τους studio που αργότερα έγινε διάσημο με το όνομα Kling Klang Studio. To studio στήθηκε σε μια παλιά αποθήκη έκτασης 60 τετραγωνικών, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό του Dusseldorf. Αφού ηχομόνωσαν το χώρο άρχισαν να ηχογραφούν ήχους σε μαγνητοταινίες και κασετόφωνα με σκοπό να πάνε τις κασέτες αυτές σε κάποιο πλήρως εξοπλισμένο studio για την τελική επεξεργασία. Το 1970 κυκλοφόρησε το album Kraftwerk με υλικό που είχε ηχογραφηθεί τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Ο δίσκος αυτός δείχνει ότι οι Kraftwerk οδεύουν προς μια δομημένη μουσική μορφή, αλλά από την άλλη πλευρά χρησιμοποιούν ακόμη κατά βάση συμβατικά όργανα. Ο δίσκος περιείχε τέσσερα κομμάτια, το “Ruckzuck” {πολύ αγαπημένο κομμάτι των Kraftwerk, το οποίο χαρακτηρίζεται από τον ήχο του φλάουτου του Florian Schneider}, το “Stratovarious” (όπου το βιολί και το φλάουτο παίζουν πάνω σ’ ένα minimal percussive beat). To “Megaherz” ενσωματώνει τον industrial ήχο ενώ και το «Vom Himmel Hoch» παίζει με τον industrial ήχο σε συνδυασμό με το drum beat. Το εξώφυλλο του δίσκου είχε σχεδιαστεί από τον Ralf Hutter –ένας κώνος της τροχαίας-που έγινε το σήμα κατατεθέν τους.
Ο κώνος είχε σχεδιαστεί του Ralf Hutter παρέπεμπε στην “do it your self ” προσέγγιση των Kraftwerk για τη μουσική. Εκείνη την περίοδο οι Kraftwerk έπαιζαν στη Γερμανία σε διάφορα parties και events που ήταν πρωτοβουλιακά και αυθόρμητα, στα πλαίσια της γερμανικής πειραματικής σκηνής της εποχής. Σ’ εκείνα τα events χρησιμοποιούσαν τους κώνους της τροχαίας για να οριοθετούν το χώρο στον οποίο έπαιζαν. Γενικά, το album Kraftwerk ήταν σ’ όλα τα στάδια παραγωγή των Kraftwerk (προετοιμασία, ηχογράφηση, artwork) σε μια εποχή που όλοι οι σπουδαίοι μουσικοί της συνεργάζονται με κάποιο παραγωγό και θεωρούνταν πολύ σημαντικός ο ρόλος του. Το 1971, μετά από ένα αρκετά επιτυχημένο ντεμπούτο οι Kraftwerk έκαναν περισσότερες live εμφανίσεις στη Γερμανία. Οι συναυλίες τους διαφημίζονταν με μια αφίσα με τον χαρακτηριστικό κώνο και με ένα γυμνό μοντέλο. Λίγο καιρό μετά ο Andreas Hahman που έπαιζε με τους Kraftwerk αποχώρησε. Συνέχισαν σαν τρίο, μαζί με τον Klaus Dinger (κιθάρα) κα έπειτα προστέθηκαν ο Michael Rother (κιθάρα) και ο Eberhart Krahnemann (μπάσο). Πολύ σύντομα όμως, ο Krahnemann εγκατέλειψε το σχήμα και ακολούθησε αμέσως μετά ο Ralf Hutter. Οι Kraftwerk συνέχισαν χωρίς αυτόν και πραγματοποίησαν την πρώτη τους τηλεοπτική εμφάνιση το 1971 στη γερμανική τηλεόραση με τον Florian να παρουσιάζει και τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό του συγκροτήματος επί της οθόνης. Σύντομα ο Rother και ο Dinger εγκατέλειψαν τους Kraftwerk και έφτιαξαν τους Neu! το δεύτερο σημαντικό συγκρότημα της σκηνής του Dusseldorf.
Ο Ralf Hutter επανήλθε στους Kraftwerk και ηχογράφησαν το album “Kraftwerk 2 “ μέσα σε μόλις επτά ημέρες (26 Σεπτεμβρίου -1 Οκτωβρίου) με συμπαραγωγό τον Conrad Plank. Το μεγαλύτερο μέρος ηχογραφήθηκε και πάλι στο studio του Dusseldorf. Μουσικά αλλά και αισθητικά (παρόμοιο εξώφυλλο) είναι μια επέκταση του πρώτου LP, μόνο που είναι αποκλειστικά instrumental. Ο Hutter χρησιμοποιεί rhythm machine όπως και πολλά άλλα όργανα. Δεν υπάρχουν συμβατικά drums. Το πρώτο κομμάτι, το δεκαπεντάλεπτο “Klingklang” έχει ένα tempo που συνεχώς ανεβαίνει, λόγω του εναλλασσόμενου beat της drum machine, δίνοντας την εντύπωση ότι είναι μια συσκευή που αυτή προχωράει μπροστά τη μουσική. Αυτή η καινοτομία για την εποχή οριοθετεί, κατά κάποιο τρόπο, τη γέννηση του ήχου των Kraftwerk.
Το 1972 το ενδιαφέρον για τη γερμανική μουσική είχε αυξηθεί αρκετά διεθνώς, ώστε να κυκλοφορήσει στην Αγγλία ένα διπλό LP με τις δυο πρώτες δουλειές των Kraftwerk. Τότε οι Kraftwerk δεν ήταν ακόμα τόσο γνωστοί στο πλατύ κοινό όσο μεταξύ των άλλων μουσικών και ήταν ήδη φανερό ότι θα γινόταν οι αγαπημένοι μουσικοί των άλλων μουσικών. Οι Tangerine Dream και οι Can είχαν ήδη κυκλοφορήσει κάποιες από τις καλύτερες δουλειές τους ενώ οι Kraftwerk θεωρούνταν μια «δευτερεύουσα» δύναμη με ένα cult προφίλ. Σ’ αυτό συντελούσε το γεγονός ότι δεν είχαν δώσει καμιά συναυλία εκτός Γερμανίας, αντίθετα με τους Can και τους Tangerine Dream. Πιθανότατα δεν είχαν αποφασίσει ακόμη πώς θα παρουσιάσουν τη μουσική τους σε μεγάλο κοινό.
“Οι Kraftwerk είναι ένα avant - gard γκρουπ που μεταμόρφωσε το ηλεκτρικό σε όμορφο. Ενδιαφέρθηκαν να παρουσιάσουν περισσότερο ένα multi - media event έξω από τα συνηθισμένα, τόσο οπτικό όσο και μουσικό. Το light show ήταν μια πρώιμη εκδοχή όσων έκαναν αργότερα, ενώ ήταν από τις πρώτες συναυλίες που χρησιμοποιήθηκαν οι drum machines (που ήταν μια πρόσφατη εφεύρεση) από ένα συγκρότημα.” Αυτά θυμάται ο δημοσιογράφος Henri Picart για την εμφάνιση των Kraftwerk στο Παρίσι το 1973, στα πλαίσια ενός διήμερου festival αφιερωμένου στη γερμανική σκηνή. Το κοινό εξεπλάγη αφ’ ενός από τη μουσική και αφ’ ετέρου από το light show με οθόνες που προέβαλλαν πάνων στον Hutter και τον Schneider εντυπωσιακές εικόνες γυναικών από την Αραβία.
Την ίδια περίοδο το γκρουπ συνάντησε τον Emil Schult, που έπαιζε ηλεκτρικά έγχορδα και ασχολούνταν με τα εικαστικά (ζωγραφική, φωτογραφία και φιλμ) και αρχικά αναμείχθηκε μόνο μουσικά με το γκρουπ, παίζοντας το αυτοσχέδιο ηλεκτρικό βιολί του αλλά σταδιακά άρχισε να επηρεάζει τους Kraftwerk σε όλα τα επίπεδα και ήταν αυτός που (όπως θα δούμε και την εποχή του “Man Machine”) τους ενθάρρυνε να αποκτήσουν το στίγμα και την ιδιαίτερη «εικόνα» που τους έλειπε. Επίσης, το 1973 το γκρουπ έκανε μια περιοδεία στη Γερμανία (Ralf Hutter -keyboards, Florian Schneider - flute, hawaian guitar, violin, Emil Schult - guitar, electric violin, Plato Kostic - bass), στην οποία παρουσιάζουν ένα set κυρίως αυτοσχεδιαστικής μουσικής μπροστά συνήθως σ’ ένα όχι ιδιαίτερα μεγάλο κοινό (κατά βάση όχι πάνω από 2000 άτομα).
Το Νοέμβριο του 1973 κυκλοφόρησε το νέο τους LP το “Ralf und Florian”. Ο τίτλος δείχνει τον γενικότερο προσανατολισμό του δίσκου αυτού, να γίνουν δηλαδή οι Kraftwerk ευρύτερα γνωστοί στο αγοραστικό κοινό της δισκογραφίας. Τόσο μουσικά όσο και καλλιτεχνικά συνολικά, οι ιδέες τους έχουν αρχίσει να συγχωνεύονται σ’ ένα συγκεκριμένο, συνεκτικό σύνολο και αρχίζει να φαίνεται η λιτή, απέριττη προσέγγισή τους στην τέχνη που θα γινόταν ξεκάθαρη στα επόμενα LPs τους. Και ο δίσκος αυτός ηχογραφήθηκε στο studio του Dusseldorf. Με το δίσκο αυτό οι Kraftwerk προσπάθησαν να φανούν πιο προσιτοί στο πλατύ κοινό σε σχέση με το μέχρι τότε αυστηρά πειραματικό προφίλ τους.
Το 1974 κυκλοφόρησε το LP “Autobahn”, η αρχή της παγκόσμιας αναγνώρισης των Kraftwerk, που αποκρυστάλλωσε επίσης τη λιτή «τεχνολογικά - προσανατολισμένη» εικόνα τους, αντίθετα με ότι κυριαρχούσε στην pop μουσική της εποχής, δηλαδή την glam - rock υπερβολή. Ο δίσκος αυτός ήταν ο πρώτος των Kraftwerk που κυκλοφόρησε και στις ΗΠΑ και η κατά πολύ συντομευμένη έκδοση του Autobahn (με ευθύνη της εταιρίας τους και όχι δική τους ) βρέθηκε πολύ ψηλά στα charts ΗΠΑ και Αγγλίας, ενώ τους απεδόθη ο τίτλος “Teutonic Beach Boys”. Οι Kraftwerk υπερέβησαν τις συμβατικές pop μουσικές δομές και μελωδίες, καθιερώθηκαν σαν «απόστολοι της ηλεκτρονικής μουσικής» ανοίγοντας τον δρόμο για την είσοδο του ηλεκτρονικού ήχου στη mainstream μουσική βιομηχανία. Ήδη στους Kraftwerk είχε ενταχθεί και ο Wolfgang Flur, ο πρώτος drummer που δέχθηκε να παίξει ηλεκτρονικά drums στους Kraftwerk, ενώ ο Klaus Roeder που σύντομα αποχώρησε έπαιζε βιολί, κιθάρα και keyboards και αντικαταστάθηκε από τον Karl Bartos.
Με αυτή τη σύνθεση, που θεωρείται η πιο σημαντική της ιστορίας τους, κυκλοφόρησαν το 1975 στη Γερμανία και το 1976 σε ΗΠΑ και Αγγλία το album “Radio Activity”, εμπνευσμένο γενικότερα από την ραδιοφωνική επικοινωνία και ειδικότερα από τον ήχο των ραδιοκυμάτων. Δεν ήταν τόσο εμπορικά προσανατολισμένο όσο το Autobahn και παρέπεμπε περισσότερο στους πρώιμους δίσκους τους, όπου πρωτογενές στοιχείο ήταν ο ίδιος ο ήχος και όχι οι μελωδίες των keyboards, ενώ εξερευνούν τα όρια μεταξύ μουσικής και θορύβου, όπως στο πρώτο κομμάτι που αρχίζει με προσομοιωμένους ήχους ενός Geiger counter. Σε όλο το δίσκο αναπαράγονται ήχοι από τον «ραδιοφωνικό αέρα», είτε από τη ραδιοφωνία ,είτε από τα σήματα του κώδικα Μορς. Τα ονόματα των κομματιών του Radio Activity είναι χαρακτηριστικά του θεματικού του άξονα, όπως τα “Antenna”, “Airwaves”, “Transistor” και “Ohm Sweet Ohm”. Επιπλέον το “Radioactivity” είναι το πρώτο album των Kraftwerk που οι στίχοι είναι παραπάνω από υποτυπώδεις σε αντίθεση με τις προηγούμενες συνθέσεις τους (στις πρώτες δεν υπάρχουν καθόλου στοίχοι). Κάποια κομμάτια όπως το “News” το “Voice of Energy” και το “Uranium” είναι σχόλια πάνω στο ζήτημα της ατομικής ενέργειας. Μια άλλη καινοτομία ήταν η ανάμειξη γερμανικών και αγγλικών στίχων σε πολλά από τα τραγούδια, με πρώτο το Radioactivity. Ο δίσκος αυτός έτυχε χλιαρής αντιμετώπισης από την κριτική της εποχής, που μετά το “Autobahn” περίμεναν από το γκρουπ κάτι πιο προσιτό στο ευρύ κοινό και με περισσότερο pop προσανατολισμούς.
To LP που ακολούθησε το 1977 ήταν επίσης θεματικό, το "Trans – Europe Express", για τα ταξίδια με τρένο στην Ευρώπη. Είναι ένα από τα πιο εμπορικά και δημοφιλή album των Kraftwerk με αναφορές στον Iggy Pop και τον David Bowie (στο ομότιτλο κομμάτι του δίσκου). Επίσης, περιέχει ένα κομμάτι (το "Showroom Dummies") που κυκλοφόρησε σε τρεις διαφορετικές version, αγγλική, γαλλική και γερμανική. Το "Trans Europe Express" είναι ένα ακόμη βήμα των Kraftwerk προς την ολοκληρωτική "μηχανοποίηση" της μουσικής τους, αλλά ταυτόχρονα διακρίνεται για τις ρετρό (από τη δεκαετία του '30) επιρροές του. "Είναι το μόνο, μέχρι στιγμής, απόλυτα επιτυχημένο οπτικό και ακουστικό πείραμα που έχει παράγει η pop μουσική", έγραφε το περιοδικό New Musical Express, για το album "The Man – Machine" 1978. Όσο υπερβολική και αν ακούγεται φυσικά η άποψη αυτή, σίγουρα το Man – Machine είναι ένα από τα πιο σπουδαία concept albums στη ιστορία της pop μουσικής και περιλαμβάνει την μεγαλύτερη (εμπορική) επιτυχία τους το "The Model". Μουσικά, τα ακούσματα ήταν σχεδόν αποκλειστικά "απαλλαγμένα" από την ανθρώπινη παρέμβαση, αφού ήταν φτιαγμένα με ηλεκτρονικά όργανα και συσκευές. Όσο αφορά τη σύλληψη του ανθρώπου – μηχανής (για την οποία θα μιλήσουμε αναλυτικά πιο κάτω) οι Kraftwerk υιοθέτησαν και μια τέτοια δημόσια εικόνα παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως automatons εικόνα που ενισχύουν κομμάτια όπως το "we are the Robots". Ενώ βρισκόταν στο μέχρι τότε απόγειο της επιτυχίας τους, οι Kraftwerk εξαφανίστηκαν από το μουσικό προσκήνιο. Πρόκειται για την πρώτη από μια σειρά εκτεταμένων χρονικά απουσιών που ακολούθησαν.
Επανήλθαν το 1981 με την κυκλοφορία του "Computer World", ένα album με θεματικό άξονα την παγκόσμια κυριαρχία της νέας τεχνολογίας και ειδικότερα των υπολογιστών, μια "μουσική" πρόβλεψη των Kraftwerk για το μέλλον. Ο δίσκος αυτός κατά πολλούς είναι ο δημοφιλέστερός τους, με αγαπημένα κομμάτια όπως το "Pocket Calculator", το "Computer Love" ή το "Numbers". Ο δίσκος αυτός παρόλο που είναι εξίσου σημαντικός και επιδραστικός με τους προηγούμενους δεν είχε τον καινοτόμο χαρακτήρα των προηγούμενων, αφού σταδιακά ο ηλεκτρονικός ήχος είχε αρχίσει να ενσωματώνεται στη mainstream μουσική.
Το 1986, μετά από άλλα πέντε χρόνια αινιγματικής αποχής των Kraftwerk από τη δισκογραφία, παρουσιάζουν το Electric Café, που θεωρείται ένα αποτυχημένο τόσο καλλιτεχνικά όσο και εμπορικά album. Το 1983 είχε μεσολαβήσει η κυκλοφορία του "Tour de France" ενός single εμπνευσμένου από τον ποδηλατικό γύρο της Γαλλίας, που θα ήταν προάγγελος του album "Technopop", το οποίο όμως δεν έγινε ποτέ και κομμάτια του συμπεριλαμβάνονται στο "Electric Cafe". Από τα μέσα της δεκαετίας του '80 και μετά η pop μουσική κυριαρχείται από τον κάποτε σχεδόν πειραματικό ηλεκτρονικό ήχο των Kraftwerk, οπότε ήταν αναμενόμενο να "γκρεμιστούν από το βάθρο τους" κατά κάποιο τρόπο. Αν εξαιρέσουμε τη συλλογή με παλαιότερα, επεξεργασμένα ξανά κομμάτια, το 1991 ("The Mix") οι Kraftwerk δεν έχουν παρουσιάσει ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά, αλλά μόνο singles. Πιο συγκεκριμένα, στα τέλη του 1999, κυκλοφόρησε το "Expo 2000", με ambient μουσικούς προσανατολισμούς και το 2004 το "Τour de France singles" με κάποια καινούργια κομμάτια.
Στο μεταξύ, από το 1999 και μετά η σύνθεση του group έχει αλλάξει, με τον Wolfgang Flur και τον Karl Bartos να έχουν αντικατασταθεί από τον Henning Schmitz και τον Fritz Hilpert. Οι Kraftwerk, παρά τις ομολογουμένως σπάνιες εμφανίσεις τους στη δισκογραφία και τις σπάνιες συναυλίες τους (πάντως το 2004 πραγματοποίησαν μια ευρωπαϊκή περιοδεία) παραμένουν ενεργοί μουσικά και δεν έχουν διαλυθεί.

Μέρος 3ο >>

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου