Παρασκευή, 29 Απριλίου 2005

KRAFTWERK (Μέρος 2ο)

by lkrory21
ΤΗΕ KRAFTWERK (Μέρος 2ο)

Δημιουργία των Kraftwerk/­ Βιογραφικά στοιχεία­/ Δισκογραφία

Τα ιδρυτικά μέλη των Kraftwerk, ο Ralf Hutter και ο Florian Schneider συναντήθηκαν για πρώτη φορά στα τέλη της Δεκαετίας του ’60 στο ωδείο του Dusseldorf. Το 1968 σχημάτισαν το συγκρότημα Organisation. Στην αρχική του σύνθεση περιλαμβάνονταν και δύο μουσικοί που έπειτα ίδρυσαν το πολύ σημαντικό συγκρότημα της «Krautrock σκηνής», Neu!. Στα πλαίσια του κλίματος της εποχής, που αναλύσαμε παραπάνω πολλοί σπουδαστές μουσικής αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως performer που έκανα μια κατάθεση τέχνης μέσω της μουσικής τους. Έτσι και οι Organisation πήραν μέρος σε πολλές performances σε γκαλερί , πανεπιστήμια ή άλλους χώρους. Το 1970 κυκλοφόρησαν το άλμπουμ “Tone Float” με τον Ralf Hutter στο όργανο και τον Florian Schneider στο βιολί και το φλάουτο. Το LP χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα percussion και bass drum μοτίβα, «επενδεδυμένα» με κιθάρα, φλάουτο, βιολί και όργανο. Η μουσική είναι σίγουρα έντονα επηρεασμένη από τη δεκαετία του ’60. Το άλμπουμ «Tone Float» ήταν η τελευταία φορά που ο Ralf Hutter και ο Florian Schneider στηρίχθηκαν απόλυτα στην ελεύθερη έκφραση και τον αυτοσχεδιασμό, αφού σε μια δημοκρατική πενταμελή μπάντα ήταν δύσκολο να εφαρμόσουν την αυστηρή και πειθαρχημένη προσέγγιση στη μουσική, που χαρακτήρισε αργότερα τους Krafrwerk. Ο ήχος, λοιπόν, είναι πολύ διαφορετικός από τον μετέπειτα ήχο των Kraftwerk και οποιαδήποτε σύγκριση είναι αδόκιμη . Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εξώφυλλο του LP που απεικονίζει ένα ψευδο-μυθολογικό πλάσμα με εικαστικές επιρροές από το γερμανικό εξπρεσιoνισμό (του «κύκλου του Γαλάζιου Καβαλάρη») και τον φουτουρισμό Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε (μόνο στην Δυτική Γερμανία) το album των Organisation, δηλαδή το 1970, ο Florian Schneider και ο Ralf Hutter αποχώρησαν από το σχήμα και σχημάτισαν τους Kraftwerk (power plant/ power station/ σταθμός ενέργειας) που αρχικά ήταν ντουέτο. Το 1970 επίσης, αμέσως μόλις δημιουργήθηκαν, έφτιαξαν το δικό τους studio που αργότερα έγινε διάσημο με το όνομα Kling Klang Studio. To studio στήθηκε σε μια παλιά αποθήκη έκτασης 60 τετραγωνικών, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό του Dusseldorf. Αφού ηχομόνωσαν το χώρο άρχισαν να ηχογραφούν ήχους σε μαγνητοταινίες και κασετόφωνα με σκοπό να πάνε τις κασέτες αυτές σε κάποιο πλήρως εξοπλισμένο studio για την τελική επεξεργασία. Το 1970 κυκλοφόρησε το album Kraftwerk με υλικό που είχε ηχογραφηθεί τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Ο δίσκος αυτός δείχνει ότι οι Kraftwerk οδεύουν προς μια δομημένη μουσική μορφή, αλλά από την άλλη πλευρά χρησιμοποιούν ακόμη κατά βάση συμβατικά όργανα. Ο δίσκος περιείχε τέσσερα κομμάτια, το “Ruckzuck” {πολύ αγαπημένο κομμάτι των Kraftwerk, το οποίο χαρακτηρίζεται από τον ήχο του φλάουτου του Florian Schneider}, το “Stratovarious” (όπου το βιολί και το φλάουτο παίζουν πάνω σ’ ένα minimal percussive beat). To “Megaherz” ενσωματώνει τον industrial ήχο ενώ και το «Vom Himmel Hoch» παίζει με τον industrial ήχο σε συνδυασμό με το drum beat. Το εξώφυλλο του δίσκου είχε σχεδιαστεί από τον Ralf Hutter –ένας κώνος της τροχαίας-που έγινε το σήμα κατατεθέν τους.
Ο κώνος είχε σχεδιαστεί του Ralf Hutter παρέπεμπε στην “do it your self ” προσέγγιση των Kraftwerk για τη μουσική. Εκείνη την περίοδο οι Kraftwerk έπαιζαν στη Γερμανία σε διάφορα parties και events που ήταν πρωτοβουλιακά και αυθόρμητα, στα πλαίσια της γερμανικής πειραματικής σκηνής της εποχής. Σ’ εκείνα τα events χρησιμοποιούσαν τους κώνους της τροχαίας για να οριοθετούν το χώρο στον οποίο έπαιζαν. Γενικά, το album Kraftwerk ήταν σ’ όλα τα στάδια παραγωγή των Kraftwerk (προετοιμασία, ηχογράφηση, artwork) σε μια εποχή που όλοι οι σπουδαίοι μουσικοί της συνεργάζονται με κάποιο παραγωγό και θεωρούνταν πολύ σημαντικός ο ρόλος του. Το 1971, μετά από ένα αρκετά επιτυχημένο ντεμπούτο οι Kraftwerk έκαναν περισσότερες live εμφανίσεις στη Γερμανία. Οι συναυλίες τους διαφημίζονταν με μια αφίσα με τον χαρακτηριστικό κώνο και με ένα γυμνό μοντέλο. Λίγο καιρό μετά ο Andreas Hahman που έπαιζε με τους Kraftwerk αποχώρησε. Συνέχισαν σαν τρίο, μαζί με τον Klaus Dinger (κιθάρα) κα έπειτα προστέθηκαν ο Michael Rother (κιθάρα) και ο Eberhart Krahnemann (μπάσο). Πολύ σύντομα όμως, ο Krahnemann εγκατέλειψε το σχήμα και ακολούθησε αμέσως μετά ο Ralf Hutter. Οι Kraftwerk συνέχισαν χωρίς αυτόν και πραγματοποίησαν την πρώτη τους τηλεοπτική εμφάνιση το 1971 στη γερμανική τηλεόραση με τον Florian να παρουσιάζει και τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό του συγκροτήματος επί της οθόνης. Σύντομα ο Rother και ο Dinger εγκατέλειψαν τους Kraftwerk και έφτιαξαν τους Neu! το δεύτερο σημαντικό συγκρότημα της σκηνής του Dusseldorf.
Ο Ralf Hutter επανήλθε στους Kraftwerk και ηχογράφησαν το album “Kraftwerk 2 “ μέσα σε μόλις επτά ημέρες (26 Σεπτεμβρίου -1 Οκτωβρίου) με συμπαραγωγό τον Conrad Plank. Το μεγαλύτερο μέρος ηχογραφήθηκε και πάλι στο studio του Dusseldorf. Μουσικά αλλά και αισθητικά (παρόμοιο εξώφυλλο) είναι μια επέκταση του πρώτου LP, μόνο που είναι αποκλειστικά instrumental. Ο Hutter χρησιμοποιεί rhythm machine όπως και πολλά άλλα όργανα. Δεν υπάρχουν συμβατικά drums. Το πρώτο κομμάτι, το δεκαπεντάλεπτο “Klingklang” έχει ένα tempo που συνεχώς ανεβαίνει, λόγω του εναλλασσόμενου beat της drum machine, δίνοντας την εντύπωση ότι είναι μια συσκευή που αυτή προχωράει μπροστά τη μουσική. Αυτή η καινοτομία για την εποχή οριοθετεί, κατά κάποιο τρόπο, τη γέννηση του ήχου των Kraftwerk.
Το 1972 το ενδιαφέρον για τη γερμανική μουσική είχε αυξηθεί αρκετά διεθνώς, ώστε να κυκλοφορήσει στην Αγγλία ένα διπλό LP με τις δυο πρώτες δουλειές των Kraftwerk. Τότε οι Kraftwerk δεν ήταν ακόμα τόσο γνωστοί στο πλατύ κοινό όσο μεταξύ των άλλων μουσικών και ήταν ήδη φανερό ότι θα γινόταν οι αγαπημένοι μουσικοί των άλλων μουσικών. Οι Tangerine Dream και οι Can είχαν ήδη κυκλοφορήσει κάποιες από τις καλύτερες δουλειές τους ενώ οι Kraftwerk θεωρούνταν μια «δευτερεύουσα» δύναμη με ένα cult προφίλ. Σ’ αυτό συντελούσε το γεγονός ότι δεν είχαν δώσει καμιά συναυλία εκτός Γερμανίας, αντίθετα με τους Can και τους Tangerine Dream. Πιθανότατα δεν είχαν αποφασίσει ακόμη πώς θα παρουσιάσουν τη μουσική τους σε μεγάλο κοινό.
“Οι Kraftwerk είναι ένα avant - gard γκρουπ που μεταμόρφωσε το ηλεκτρικό σε όμορφο. Ενδιαφέρθηκαν να παρουσιάσουν περισσότερο ένα multi - media event έξω από τα συνηθισμένα, τόσο οπτικό όσο και μουσικό. Το light show ήταν μια πρώιμη εκδοχή όσων έκαναν αργότερα, ενώ ήταν από τις πρώτες συναυλίες που χρησιμοποιήθηκαν οι drum machines (που ήταν μια πρόσφατη εφεύρεση) από ένα συγκρότημα.” Αυτά θυμάται ο δημοσιογράφος Henri Picart για την εμφάνιση των Kraftwerk στο Παρίσι το 1973, στα πλαίσια ενός διήμερου festival αφιερωμένου στη γερμανική σκηνή. Το κοινό εξεπλάγη αφ’ ενός από τη μουσική και αφ’ ετέρου από το light show με οθόνες που προέβαλλαν πάνων στον Hutter και τον Schneider εντυπωσιακές εικόνες γυναικών από την Αραβία.
Την ίδια περίοδο το γκρουπ συνάντησε τον Emil Schult, που έπαιζε ηλεκτρικά έγχορδα και ασχολούνταν με τα εικαστικά (ζωγραφική, φωτογραφία και φιλμ) και αρχικά αναμείχθηκε μόνο μουσικά με το γκρουπ, παίζοντας το αυτοσχέδιο ηλεκτρικό βιολί του αλλά σταδιακά άρχισε να επηρεάζει τους Kraftwerk σε όλα τα επίπεδα και ήταν αυτός που (όπως θα δούμε και την εποχή του “Man Machine”) τους ενθάρρυνε να αποκτήσουν το στίγμα και την ιδιαίτερη «εικόνα» που τους έλειπε. Επίσης, το 1973 το γκρουπ έκανε μια περιοδεία στη Γερμανία (Ralf Hutter -keyboards, Florian Schneider - flute, hawaian guitar, violin, Emil Schult - guitar, electric violin, Plato Kostic - bass), στην οποία παρουσιάζουν ένα set κυρίως αυτοσχεδιαστικής μουσικής μπροστά συνήθως σ’ ένα όχι ιδιαίτερα μεγάλο κοινό (κατά βάση όχι πάνω από 2000 άτομα).
Το Νοέμβριο του 1973 κυκλοφόρησε το νέο τους LP το “Ralf und Florian”. Ο τίτλος δείχνει τον γενικότερο προσανατολισμό του δίσκου αυτού, να γίνουν δηλαδή οι Kraftwerk ευρύτερα γνωστοί στο αγοραστικό κοινό της δισκογραφίας. Τόσο μουσικά όσο και καλλιτεχνικά συνολικά, οι ιδέες τους έχουν αρχίσει να συγχωνεύονται σ’ ένα συγκεκριμένο, συνεκτικό σύνολο και αρχίζει να φαίνεται η λιτή, απέριττη προσέγγισή τους στην τέχνη που θα γινόταν ξεκάθαρη στα επόμενα LPs τους. Και ο δίσκος αυτός ηχογραφήθηκε στο studio του Dusseldorf. Με το δίσκο αυτό οι Kraftwerk προσπάθησαν να φανούν πιο προσιτοί στο πλατύ κοινό σε σχέση με το μέχρι τότε αυστηρά πειραματικό προφίλ τους.
Το 1974 κυκλοφόρησε το LP “Autobahn”, η αρχή της παγκόσμιας αναγνώρισης των Kraftwerk, που αποκρυστάλλωσε επίσης τη λιτή «τεχνολογικά - προσανατολισμένη» εικόνα τους, αντίθετα με ότι κυριαρχούσε στην pop μουσική της εποχής, δηλαδή την glam - rock υπερβολή. Ο δίσκος αυτός ήταν ο πρώτος των Kraftwerk που κυκλοφόρησε και στις ΗΠΑ και η κατά πολύ συντομευμένη έκδοση του Autobahn (με ευθύνη της εταιρίας τους και όχι δική τους ) βρέθηκε πολύ ψηλά στα charts ΗΠΑ και Αγγλίας, ενώ τους απεδόθη ο τίτλος “Teutonic Beach Boys”. Οι Kraftwerk υπερέβησαν τις συμβατικές pop μουσικές δομές και μελωδίες, καθιερώθηκαν σαν «απόστολοι της ηλεκτρονικής μουσικής» ανοίγοντας τον δρόμο για την είσοδο του ηλεκτρονικού ήχου στη mainstream μουσική βιομηχανία. Ήδη στους Kraftwerk είχε ενταχθεί και ο Wolfgang Flur, ο πρώτος drummer που δέχθηκε να παίξει ηλεκτρονικά drums στους Kraftwerk, ενώ ο Klaus Roeder που σύντομα αποχώρησε έπαιζε βιολί, κιθάρα και keyboards και αντικαταστάθηκε από τον Karl Bartos.
Με αυτή τη σύνθεση, που θεωρείται η πιο σημαντική της ιστορίας τους, κυκλοφόρησαν το 1975 στη Γερμανία και το 1976 σε ΗΠΑ και Αγγλία το album “Radio Activity”, εμπνευσμένο γενικότερα από την ραδιοφωνική επικοινωνία και ειδικότερα από τον ήχο των ραδιοκυμάτων. Δεν ήταν τόσο εμπορικά προσανατολισμένο όσο το Autobahn και παρέπεμπε περισσότερο στους πρώιμους δίσκους τους, όπου πρωτογενές στοιχείο ήταν ο ίδιος ο ήχος και όχι οι μελωδίες των keyboards, ενώ εξερευνούν τα όρια μεταξύ μουσικής και θορύβου, όπως στο πρώτο κομμάτι που αρχίζει με προσομοιωμένους ήχους ενός Geiger counter. Σε όλο το δίσκο αναπαράγονται ήχοι από τον «ραδιοφωνικό αέρα», είτε από τη ραδιοφωνία ,είτε από τα σήματα του κώδικα Μορς. Τα ονόματα των κομματιών του Radio Activity είναι χαρακτηριστικά του θεματικού του άξονα, όπως τα “Antenna”, “Airwaves”, “Transistor” και “Ohm Sweet Ohm”. Επιπλέον το “Radioactivity” είναι το πρώτο album των Kraftwerk που οι στίχοι είναι παραπάνω από υποτυπώδεις σε αντίθεση με τις προηγούμενες συνθέσεις τους (στις πρώτες δεν υπάρχουν καθόλου στοίχοι). Κάποια κομμάτια όπως το “News” το “Voice of Energy” και το “Uranium” είναι σχόλια πάνω στο ζήτημα της ατομικής ενέργειας. Μια άλλη καινοτομία ήταν η ανάμειξη γερμανικών και αγγλικών στίχων σε πολλά από τα τραγούδια, με πρώτο το Radioactivity. Ο δίσκος αυτός έτυχε χλιαρής αντιμετώπισης από την κριτική της εποχής, που μετά το “Autobahn” περίμεναν από το γκρουπ κάτι πιο προσιτό στο ευρύ κοινό και με περισσότερο pop προσανατολισμούς.
To LP που ακολούθησε το 1977 ήταν επίσης θεματικό, το "Trans – Europe Express", για τα ταξίδια με τρένο στην Ευρώπη. Είναι ένα από τα πιο εμπορικά και δημοφιλή album των Kraftwerk με αναφορές στον Iggy Pop και τον David Bowie (στο ομότιτλο κομμάτι του δίσκου). Επίσης, περιέχει ένα κομμάτι (το "Showroom Dummies") που κυκλοφόρησε σε τρεις διαφορετικές version, αγγλική, γαλλική και γερμανική. Το "Trans Europe Express" είναι ένα ακόμη βήμα των Kraftwerk προς την ολοκληρωτική "μηχανοποίηση" της μουσικής τους, αλλά ταυτόχρονα διακρίνεται για τις ρετρό (από τη δεκαετία του '30) επιρροές του. "Είναι το μόνο, μέχρι στιγμής, απόλυτα επιτυχημένο οπτικό και ακουστικό πείραμα που έχει παράγει η pop μουσική", έγραφε το περιοδικό New Musical Express, για το album "The Man – Machine" 1978. Όσο υπερβολική και αν ακούγεται φυσικά η άποψη αυτή, σίγουρα το Man – Machine είναι ένα από τα πιο σπουδαία concept albums στη ιστορία της pop μουσικής και περιλαμβάνει την μεγαλύτερη (εμπορική) επιτυχία τους το "The Model". Μουσικά, τα ακούσματα ήταν σχεδόν αποκλειστικά "απαλλαγμένα" από την ανθρώπινη παρέμβαση, αφού ήταν φτιαγμένα με ηλεκτρονικά όργανα και συσκευές. Όσο αφορά τη σύλληψη του ανθρώπου – μηχανής (για την οποία θα μιλήσουμε αναλυτικά πιο κάτω) οι Kraftwerk υιοθέτησαν και μια τέτοια δημόσια εικόνα παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως automatons εικόνα που ενισχύουν κομμάτια όπως το "we are the Robots". Ενώ βρισκόταν στο μέχρι τότε απόγειο της επιτυχίας τους, οι Kraftwerk εξαφανίστηκαν από το μουσικό προσκήνιο. Πρόκειται για την πρώτη από μια σειρά εκτεταμένων χρονικά απουσιών που ακολούθησαν.
Επανήλθαν το 1981 με την κυκλοφορία του "Computer World", ένα album με θεματικό άξονα την παγκόσμια κυριαρχία της νέας τεχνολογίας και ειδικότερα των υπολογιστών, μια "μουσική" πρόβλεψη των Kraftwerk για το μέλλον. Ο δίσκος αυτός κατά πολλούς είναι ο δημοφιλέστερός τους, με αγαπημένα κομμάτια όπως το "Pocket Calculator", το "Computer Love" ή το "Numbers". Ο δίσκος αυτός παρόλο που είναι εξίσου σημαντικός και επιδραστικός με τους προηγούμενους δεν είχε τον καινοτόμο χαρακτήρα των προηγούμενων, αφού σταδιακά ο ηλεκτρονικός ήχος είχε αρχίσει να ενσωματώνεται στη mainstream μουσική.
Το 1986, μετά από άλλα πέντε χρόνια αινιγματικής αποχής των Kraftwerk από τη δισκογραφία, παρουσιάζουν το Electric Café, που θεωρείται ένα αποτυχημένο τόσο καλλιτεχνικά όσο και εμπορικά album. Το 1983 είχε μεσολαβήσει η κυκλοφορία του "Tour de France" ενός single εμπνευσμένου από τον ποδηλατικό γύρο της Γαλλίας, που θα ήταν προάγγελος του album "Technopop", το οποίο όμως δεν έγινε ποτέ και κομμάτια του συμπεριλαμβάνονται στο "Electric Cafe". Από τα μέσα της δεκαετίας του '80 και μετά η pop μουσική κυριαρχείται από τον κάποτε σχεδόν πειραματικό ηλεκτρονικό ήχο των Kraftwerk, οπότε ήταν αναμενόμενο να "γκρεμιστούν από το βάθρο τους" κατά κάποιο τρόπο. Αν εξαιρέσουμε τη συλλογή με παλαιότερα, επεξεργασμένα ξανά κομμάτια, το 1991 ("The Mix") οι Kraftwerk δεν έχουν παρουσιάσει ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά, αλλά μόνο singles. Πιο συγκεκριμένα, στα τέλη του 1999, κυκλοφόρησε το "Expo 2000", με ambient μουσικούς προσανατολισμούς και το 2004 το "Τour de France singles" με κάποια καινούργια κομμάτια.
Στο μεταξύ, από το 1999 και μετά η σύνθεση του group έχει αλλάξει, με τον Wolfgang Flur και τον Karl Bartos να έχουν αντικατασταθεί από τον Henning Schmitz και τον Fritz Hilpert. Οι Kraftwerk, παρά τις ομολογουμένως σπάνιες εμφανίσεις τους στη δισκογραφία και τις σπάνιες συναυλίες τους (πάντως το 2004 πραγματοποίησαν μια ευρωπαϊκή περιοδεία) παραμένουν ενεργοί μουσικά και δεν έχουν διαλυθεί.

Μέρος 3ο >>

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2005

KRAFTWERK (Μέρος 1ο)

by lkrory21
Επ' ευκαιρίας της πρώτης τους επίσκεψης επί ελληνικού εδαφους για συναυλίες στις 17 και 18 Ιουνίου, παραθέτω μια πολύ καλή εργασία (σε συνέχειες) σχετικά με τους Kraftwerk από δύο φοιτητριες του τμήματος ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η εργασία θα δημοσιευθεί σε 7 συνέχειες. To copyright της εργασίας ανήκει στις ανωτερω αναφερόμενες φοιτητριες.

(Σημείωση: έχουν αφαιρεθεί οι φωτογραφίες ενώ στο τέλος υπάρχουν και Links για περισσότερες πληροφορίες. )

KRAFTWERK

Οι Kraftwerk ίσως να μην αποτελούν και το ιδανικότερο δυνατό θέμα για μια εργασία στη θεματική ενότητα «Τέχνη και Τεχνολογία», υπό το πρίσμα ότι δημιουργήθηκαν σε μια εποχή πιο περιορισμένων και σίγουρα λιγότερο αλματωδών τεχνολογικών εξελίξεων σχετικών με την τέχνη, συγκρινόμενοι με νεότερους καλλιτέχνες. Οι Kraftwerk, όμως παρόλα αυτά, έδωσαν μέσα από την καλλιτεχνική τους δημιουργία νέες διαστάσεις στη σχέση της μουσικής με την τεχνολογία, που από ένα χρονικό σημείο και έπειτα την θεωρούν συστατικό στοιχείο της δουλειάς τους. Βέβαια είναι γεγονός ότι και άλλοι καλλιτέχνες καινοτόμησαν στο πεδίο αυτό και μάλιστα κάποιοι προηγούνται χρονικά των Kraftwerk. Κανείς όμως από τους άλλους «πρωτεργάτες» της ηλεκτρονικής μουσικής δεν είχε, κατά τη γνώμη μας την επιδραστικότητα των Kraftwerk. Αυτό αποτέλεσε και το κίνητρο για την ενασχόλησή μας με τους Kraftwerk στην παρούσα εργασία, διακρίνοντας τρεις παραμέτρους της συμβολής τους στην εξέλιξη της μουσικής: εν πρώτοις τη χρήση νέων τεχνολογιών σε μεγάλη κλίμακα, δεύτερον την «ολότητα»(ganzheit-wholeness) της καλλιτεχνικής τους πρότασης (η οποία μας ενδιαφέρει διότι συστατικό της στοιχείο ήταν οι τεχνολογικές- μελλοντολογικές αναφορές) και τρίτον το γεγονός ότι το μουσικό υλικό τους αποτέλεσε την έμπνευση ή και την πρώτη ύλη για ένα σημαντικό κομμάτι του φάσματος της ηλεκτρονικής μουσικής. Θα εξετάσουμε αναλυτικά τη χρήση νέων (για την εποχή που τις υιοθέτησαν) τεχνολογιών αλλά πέρα από μια στείρα καταγραφή των καινοτομιών που εισήγαγαν, θα επιχειρήσουμε μια γενικότερη θεώρηση της συμβολής τους.



Εισαγωγή - Γενική αναφορά στις επιρροές των Kraftwerk

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 το γερμανικό συγκρότημα Kraftwerk παρουσίασε στον κόσμο ένα έργο που, κατά τη γνώμη μας αποτέλεσε την ηχητική μήτρα για έναν ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό καλλιτεχνών στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Οι Kraftwerk επηρέασαν αποφασιστικά ακόμη και προς την ανάδυση μερικών από τα σημαντικότερα ρεύματα και τάσεις της σύγχρονης μουσικής σκηνής.
Οι ρίζες των Kraftwerk ανάγονται στην ερειπωμένη από τους βομβαρδισμούς μεταπολεμική Ευρώπη. Η πραγματικότητα της περιόδου αυτής και ειδικότερα στη Δυτική Γερμανία, αποτέλεσε έναν παράγοντα που διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία και τους μουσικούς προσανατολισμούς των Kraftwerk όπως και όλης της γερμανικής μουσικής σκηνής εκείνης της περιόδου. Οι ρετρό και ταυτόχρονα μοντέρνες γραμμές της μουσικής τους αποτελούν ευθεία αναφορά στην ουτοπική (όπως αποδείχθηκε) προηγμένη τεχνολογικά εποχή {techno-state} προς την οποία υποτίθεται ότι όδευε η Γερμανία πριν τον πολιτισμικό κατακερματισμό της από τους Ναζί και την διχοτόμηση της σε Ανατολική και Δυτική από τους Συμμάχους. Πέρα, λοιπόν, από τις επιμέρους αισθητικές-ιδεολογικές αναφορές {που θα εξετάσουμε διεξοδικότερα πιο κάτω}οι Kraftwerk διαμορφώνουν τη φυσιογνωμία τους βαθιά επηρεασμένοι από την κουλτούρα της δεκαετίας του 1930 της Γερμανίας και της κεντρικής Ευρώπης γενικότερα. Οι Kraftwerk θεωρούν ότι η περίοδος εκείνη, που ήταν πολιτιστικά-καλλιτεχνικά πολύ δημιουργική διακόπηκε βίαια και οι περισσότεροι καλλιτέχνες και διανοούμενοι μετανάστευσαν στις ΗΠΑ ή πέθαναν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η γερμανική κοινωνία βρέθηκε, λοιπόν, σε μια σοκαριστική μεταπολεμική κατάσταση, έχοντας να αντιμετωπίσει την ολοκληρωτική καταστροφή όλων των στοιχείων που τη στήριξαν και την χαρακτήρισαν. Η πραγματικότητα αυτή (που δεν είναι απλώς μια αφηρημένη διαπίστωση αλλά κυριαρχούσε στο συλλογικό υποσυνείδητο της μεταπολεμικής Γερμανίας) αποτέλεσε μια διπλή πρόκληση για τους Kraftwerk, που είδαν τους εαυτούς τους ως εν δυνάμει πνευματικούς διαδόχους ή μάλλον συνεχιστές των καλλιτεχνικών κινήσεων της προπολεμικής Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα μπορούσαν να κινηθούν σ’ ένα «κενό χώρο» (white space), συνεπώς είχαν τη δυνατότητα να φτιάξουν κάτι με ελάχιστα μέσα. Υπήρχε στη Γερμανία μια διάχυτη αίσθηση εξαφάνισης μεγάλου κομματιού από όλα όσα ήταν πριν το πόλεμο, που δημιουργούσε πρόσφορο έδαφος για την εμφάνιση πρωτοποριακών και πειραματικών δυναμικών και κινημάτων (οι δυνάμεις αντίστασης στην αλλαγή που συνιστούν μέρος της παράδοσης δεν υφίσταται πλέον). Στα κοινωνιολογικά πλαίσια αυτά, εντάσσεται λοιπόν, η εμφάνιση της γερμανικής πειραματικής μουσικής σκηνής, ήδη πριν από τη δεκαετία του 1970. Μέχρι τότε οι περισσότερες μπάντες στη Δυτική Γερμανία έπαιζαν διασκευές Αμερικανικών και αγγλικών τραγουδιών στα γερμανικά με αγγλική προφορά. Κυρίαρχη φυσιογνωμία της σκηνής αυτής ήταν μεν οι Kraftwerk , αλλά πολύ σημαντικοί καλλιτέχνες τους επηρέασαν ουσιαστικά. Οι Kraftwerk επηρεάστηκαν σημαντικά από τον συνθέτη Karlheinz Stockhausen και τους Tangerine Dream, στην κατεύθυνση του μινιμαλισμού στη μουσική, καθώς και της δημιουργίας μουσικής σε synthesizers, drum machines και κασετόφωνα. Ο Karlheinz Stockhausen και οι Tangerine Dream ήταν οι σπουδαιότεροι εκπρόσωποι του γερμανικού μουσικού πειραματισμού του τέλους της δεκαετίας του ’60. Ειδικά ο Karlheinz Stockhausen, ως επικεφαλής της σχολής του Darmstadt επηρέασε και σημαντικούς rock μουσικούς- είναι χαρακτηριστικό ότι απεικονίζεται ανάμεσα στα πρόσωπα του εξωφύλλου του «Sgt Pepper’s lonely Hearts club Band» των Beatles. O Stockhausen έπαιξε με τους Kraftwerk σε μια συναυλία το 1971 ή το 1972 από την οποία έχουν ηχογραφηθεί τρία κομμάτια του Stockhausen σε εκτέλεση Kraftwerk και τρία τραγούδια των Kraftwerk εκτελεσμένα από τον Stockhausen. Επίσης, η μουσική των Kraftwerk, έχει δεχθεί επιρροές και απο μουσικούς που εμφανίστηκαν ακριβώς την ίδια χρονική περίοδο μ’αυτούς στη Γερμανία και κατά βάση από το συγκρότημα Can. Οι Can δημιουργήθηκαν στην Κολονία το 1968. H μουσική τους χαρακτηρίζεται από τη βάση ενός συνεχούς rockbeat με διαδοχικά ηχητικά στρώματα. Αυτή η νέα μουσική «που έμοιαζε με rock» και είχε ελάχιστη ή καθόλου δομή και ήταν πολύ διαφορετική από ότι ήταν δημοφιλές τότε. Από τον αγγλικό μουσικό τύπο ονομάστηκε «Krautrock». Όσον αφορά τις επιρροές τους εκτός Γερμανίας, υπήρξαν θαυμαστές των MC5 και των Stooges ενώ όσο περίεργο και αν φαίνεται, σημαντικότατη επιρροή ήταν οι Beach Boys, γεγονός που διακρίνεται καθαρά στο κομμάτι Autobahn (LP Autobahn, 1974). Επίσης θαυμάζουν τους πειραματισμούς των Beach Boys, ιδιαίτερα στο άλμπουμ «Pet Sounds». Η ταυτότητα και το μουσικό στίγμα των Kraftwerk διαμορφώθηκε από πολλά αισθητικά- καλλιτεχνικά-ιδεολογικά ρεύματα και θα την εξετάσουμε πιο κάτω. Απλώς θεωρήσαμε αναγκαίο να καταγράψουμε πρώτα τις αμιγώς μουσικές επιδράσεις που δέχθηκαν και αφομοίωσαν.

>Επόμενο(2ο Μέρος)

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2005

Kraftwerk and The Sex Pistols

by lkrory21
«Τα σημαντικότερα γκρουπ της δεκαετίας του ‘70?»


Είναι αδύνατο να υπερεκτιμηθεί η προσφορά αυτών των δύο στην σύγχρονη μουσική και είναι ίσως τα μόνα γκρουπ πέρα από τους Beatles για τα οποία μπορεί να λεχθεί κάτι τέτοιο. Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες σημειολογικά, μουσικά και ιδεολογικά μπάντες οι οποίες γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν στην πολύπαθη και πολυτάραχη (μουσικά και κοινωνικά) δεκαετία του 70.

Οι Kraftwerk δεν ήταν οι πρώτοι που παίξανε με ηλεκτρονικά όργανα. Οι Sex Pistols δεν ήταν οι πρώτοι που παίξανε αυτό που σήμερα ονομάζουμε punk. Και δεν ήταν καν οι μόνοι. Οι KW ήταν μέρος του krautrock , μιας γενιάς Γερμανών μουσικών (Can, Neu!, Faust, Tangerine Dream, κλπ) που πειραματίστηκε έντονα ξεφεύγοντας κατά πολύ είτε από τους τότε επιτυχημένους καλλιτέχνες /συγκροτήματα ή από τα πιο πειραματικά βρετανικά ή αμερικάνικα space / prog rock «αδελφάκια» τους. Οι Sex Pistols από την άλλη ήταν μέρος της βρετανικής punk σκηνής (με Clash, Damned, κλπ) και μέρος της οργής που κατέκλυζε μεγάλα κομμάτια της βρετανικής νεολαίας. Και οι δύο είχαν από πίσω κάποιον (καλώς ή κακώς εννοούμενο) «μέντορα». Από την μια ο Malcolm McLaren και από την άλλη ο Conny Plankt. Και οι δύο πάτησαν σε βάσεις που τέθηκαν παλαιότερα. Από την μία το Garage, οι Stooges, οι Who. Από την άλλη μινιμαλισμός και πειράματα με ηλεκτρονικά όργανα (π.χ. Stockhausen) που όμως είχαν μείνει σε μόνο σε ακαδημαϊκό (και άρα ελιτίστικο) επίπεδο. KW και SP είχαν λοιπόν ως αφετηρία κάτι που κάποιοι άλλοι ξεκίνησαν και από εκεί σαλπάρανε σε μουσικά, σημειολογικά και πολιτιστικά άγνωστες –τότε- θάλασσες. Τα κατορθώματα τους συνεχίζουν να επηρεάζουν ακόμα την σημερινή μουσική άμεσα ή έμμεσα.

4 Βρετανοί “punks” και 4 Γερμανοί «περφεξιονίστες» κατάφεραν ότι δεν κατάφεραν ορδές καλλιτεχνών και συγκροτημάτων από αρχής του κόσμου. Και οι δύο σύντριψαν σημειολογικά το δίπολο «καλλιτέχνης-κοινό» και την έννοια του «καλλιτέχνη», του «πεφωτισμένου», του ανθρώπου που βρίσκεται 2-3 μέτρα ψηλότερα επί σκηνής λουσμένος από φώτα και εσύ τον θαυμάζεις / τον χειροκροτείς /τον έχεις ως «είδωλο».

Από την μια η λογική “do-it-yourself”, η έννοια του περιθωριακού/ αντί-ήρωα σε αντίθεση με το «είδωλο» / star/ ήρωα / φοβερό μουσικό (π.χ Eric Clapton, Ritchie Blackmore, Robert Plant, David Bowie, Yes) αλλά και η αναρχική θεώρηση ότι οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει «καλλιτέχνης» και να εκφραστεί με όποιο μέσο μπορεί (ακόμα και ξέροντας μόλις «τρία ακόρντα»). Οι SP εξέφρασαν αυτή την τάση με πρόκληση για την πρόκληση, μηδενισμό και εκφράζοντας μουσικά το χάος.

Στον αντίποδα οι KW εθελοντικά αποκομμένοι και απομονωμένοι στο διάσημο πλέον KlingKlang στούντιο, με σχεδόν μηδενική δημόσια αυτοπροβολή και εκφράζοντας μουσικά την απόλυτη τάξη. Η έννοια του Robot, του μηχανικού υπηρέτη (βλέπε και εξώφυλλο The Man Machine) , του καλλιτέχνη χωρίς πρόσωπο ή ανθρώπινη υπόσταση ήταν το βασικό μοτίβο της «δημόσιας» εικόνας των KW, δίνοντας μια νέα διάσταση βάζοντας τον «καλλιτέχνη» ως υπηρέτη του κοινού και όχι το αντίστροφο που γινότανε μέχρι τότε.

Τελικά και οι δύο αποτέλεσαν σημαντικοί κρίκοι της μοντέρνας μουσικής μέσα σε μια δεκαετία που «κρύβει» πολύ περισσότερα μυστικά από ότι νομίζουμε και είναι θαμμένα κάτω από τόνους ανούσιου progressive rock, οικτρά παρωχημένου classic rock ή «φθηνής» (αλλά τουλάχιστον ηδονιστικής) disco/funk. Επιγραμματικά θα αναφέραμε την πρώτη γενιά Industrial συγκροτημάτων (Cabaret Voltaire, Throbbing Gristle), την γένεση του Hip Hop,της Ambient ,της Dub ή την ενηλικίωση του Heavy Metal μεταξύ άλλων.

Όλα αυτά με τον καιρό οικειοποιήθηκαν από την παμφάγα μηχανή της μουσικής βιομηχανίας, του εμπορίου και του μάρκετινγκ και έγιναν «υποκουλτούρες» που εκφράζοντας (δήθεν) το «διαφορετικό» γίνονται μια άλλη πλευρά του «ίδιου». Σήμερα μπορείς να ακούσεις χιλιάδες μοδάτα punk γκρουπάκια με βερμούδες και skates, καραβιές από ανούσια φανφαρόνικες heavy metal μπάντες, φτυαριές από ambient / new age / chill out συλλογές, τσουβάλια από απαράλλακτα ηλεκτρονικά τραγούδια, σωρούς από δήθεν industrial-αλλά-πιο-pop-δεν-γίνεται καλλιτέχνες, κλπ, κλπ, κλπ.

Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν μειώνει την αξία των πρωτοπόρων αλλά και δεν θα πρέπει να μας απογοητεύει διότι πάντα βγαίνει ΚΑΛΗ μουσική. Συνήθως όμως δεν μας προσφέρεται απλόχερα από το ράδιο / τηλεόραση / ΜΜΕ / δισκοπωλεία ή clubs. Συνήθως πρέπει εμείς να ψάξουμε να τη βρούμε και με πολύ κόπο πολλές φορές. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η τάση του ανθρώπου να ανακαλύπτει, να δημιουργεί και να πρωτοπορεί συνεχίζεται. Αυτή τη στιγμή, ίσως στο διπλανό διαμέρισμα ίσως στην άλλη άκρη του κόσμου, τέσσερις πιτσιρικάδες ετοιμάζουν κάτι που θα έχει το ίδιο αντίκτυπο με τους Kraftwerk ή τους Sex Pistols.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2005

Περι Αττικής Οδού...

by lkrory21
Διαβάζουμε στο in.gr ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τα πρώτα σημάδια κυκλοφοριακού κορεσμού της Αττ. Οδού και αναρωτιόμαστε αν όσοι τότε είχαν αντιρρήσεις, μήπως είχαν δίκιο ή μήπως χρειαζόμαστε και άλλες Αττικές Οδούς; Μήπως όμως το πραγματικό ερώτημα είναι το αν χρειάζεται επέκταση και αναβάθμιση των δικτύων σταθερής τροχιάς (Μετρό, Τραμ, Ηλεκτρικός, Προαστιακός) και αντί να πριμοδοτείται η κατασκευή η βελτίωση αυτοκινητοδρόμων;




Τα πρώτα σημάδια κορεσμού άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους εντός και εκτός Αττικής Oδού, που έχει φτάσει σε σημείο να εξυπηρετεί καθημερινά κατά μέσο όρο περίπου 240.000 οχήματα, ξεπερνώντας κάθε σχετική πρόβλεψη.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας Τα Νέα, για περίπου πέντε ώρες την ημέρα στο τμήμα της Αττικής Oδού από τη Λεωφόρο Πεντέλης μέχρι τη Λεωφόρο Κηφισίας και στην κατεύθυνση προς Ελευσίνα, παρουσιάζεται το φαινόμενο να είναι κατειλημμένες από τα οχήματα και οι τρεις λωρίδες κυκλοφορίας του οδοστρώματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας που διαχειρίζεται την Αττική Oδό, από τις 6 μέχρι τις 9 το πρωί και από τη 1 μέχρι τις 3 μετά το μεσημέρι, τα οχήματα που διέρχονται από το συγκεκριμένο τμήμα αριθμούνται σε 5.000 σε μόνιμη βάση, ενώ ειδικότερα το διάστημα από 7 έως 8 το πρωί φτάνουν τα 6.100, με όριο κορεσμού τα 6.000 οχήματα ανά ώρα.
Σημειώνεται ότι βάσει των προδιαγραφών της Αττικής Oδού, καθεμία από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας της είναι σε θέση να εξυπηρετεί μέχρι 2.000 οχήματα την ώρα. Την ίδια στιγμή, καθημερινό φαινόμενο αποτελούν τα μποτιλιαρίσματα στις εισόδους της Αττικής Oδού, που προκαλούν παρενέργειες κυρίως στην κυκλοφορία των οχημάτων στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας, στο ύψος της Μεταμόρφωσης, καθώς και στο ύψος της Λεωφόρου Κατεχάκη.
O μεγαλύτερος όγκος οχημάτων εισέρχεται στην Αττική Oδό και την περιφερειακή Λεωφόρο Υμηττού μόνο από έξι σταθμούς διοδίων, από το σύνολο των 38 σταθμών που λειτουργούν κατά μήκος της Αττικής Oδού! Μόνο από αυτούς τους έξι σταθμούς διοδίων (ανατολικός Μεταμόρφωσης, Κορωπίου, Κατεχάκη, Ρουπάκι Ελευσίνας και ανατολικός-δυτικός Κηφισίας) εισέρχονται στην Αττική Oδό κάθε ημέρα περίπου 135.000 οχήματα, τη στιγμή που μέσω όλων των άλλων σταθμών εξυπηρετούνται περίπου 105.000 οχήματα.
news.in.gr


Καλά όλα αυτά, αλλά για τα διόδια θα γίνει κάτι όμως; Γιατί να πληρώνει ένας οδηγός το ίδιο είτε διανύει 3 χλμ (κόμβος Μεταμορφωσης - κόμβος Λεωφ.Ηρακλείου) είτε το σύνολο του αυτοκινητοδρόμου (Ελευσίνα - Μαρκόπουλο);

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2005

Soulseek is up now

by lkrory21
Ο server του Soulseek ήταν εκτός λειτουργίας σχεδόν όλο το Σ/Κ αλλά απο εχθές το βράδυ επανήλθε... Η τελευταία version (156c) δείχνει καλή αν και ολίγο μνημοβόρα.

http://www.remmelt.com/slskboard/status.php (έλεγχει αν είναι "πάνω" o Soulseek server)

UPDATE 26/4/05 1:12μμ: Συνεχίζονται παροδικά τα disconnects του server. Η κατάσταση βέβαια είναι καλύτερη από το Σ/Κ όπου το ...ρημάδι δεν δούλευε.

Δουβλίνο 2005

by lkrory21
Σύντομα post με φώτο, περιγραφές και άλλα από την εξαημερη εξόρμηση στην πρωτεύουσα της Ιρλανδικής Δημοκρατίας.

"Δεν σ' αρέσει ο καιρός στο Δουβλινο? Περίμενε 5 λεπτά!" (απόφθεγμα αγνωστης Δουβλινέζας)

Προτάσεις #1 (1 CD , 1 DVD)

by lkrory21
Προτάσεις:

Music CD:
Ambulance LTD - Ambulance LTD(2004). Πολύ καλό album guitar pop στα χνάρια My Bloody Valentine / Velvet Underground. Οι Ambulance LTD είναι ένα 5μελές συγκρότημα από το Brooklyn, NY. Hightlights του album το instrumental εναρκτήριο "Yoga Meets Harmony", "Anecdote". Περιλαμβάνει ως hidden track μια live διασκευή του "The Ocean" των Velvet Undergound.

Music DVD:
Festival Express (2πλο DVD προς πώληση/ενοικιαση). Πολύ καλό ντοκυμαντέρ από αρχείο που βρέθηκε πρόσφατα για την ομωνυμη θρυλική περιοδεία-κινητό festival με τραίνο στον Καναδα των Grateful Dead, Janis Joplin, Band, κ.α. Με πολλές συνεντεύξεις από εν ζωή μέλη συγκροτημάτων, του διοργανωτή και πολλή πολλή (και καλή) μουσική. Ιδιαίτερα σημαντικές οι σκηνές έντός του τραίνου με απίστευτα τζαμαρίσματα (υπήρχε βαγόνι με στημένα μουσικά οργανα) και απίστευτα πάρτυ! Θυμιζει λίγο την κλασσική ταινία - μουσικό ντοκυμαντέρ "Woodstock".

Σάββατο, 23 Απριλίου 2005

Γεια σας!

by lkrory21
Αυτό είναι το πρώτο μου post στο πρώτο μου blog